Page 55 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 55
ἐθυμήθηκες;
- Ἅς εἶσαι καλά, παιδάκι μου, εἶπεν ὁ Μᾶρκος.
Τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν τὴν νύκτα, σὰν τὰ
δικά σου, καὶ δὲν σ’ ἐγνώρισα. Ποῦ πηγαίνεις
τέτοια ὥρα;
- Πηγαίνω ν’ ἀγοράσω ζάχαρι καὶ ρύζι,
ἀποκρίθηκεν ὁ μικρός. Μ’ ἔστειλαν ἀπὸ τὸ
σπίτι.
- Καὶ δὲν φοβᾶσαι τέτοια ὥρα στὸ δρόμο
μονάχος;
- Γιατί νὰ φοβηθῶ; Ἐγώ, ὅπου μὲ στέλνουν
δὲν φοβοῦμαι, εἶπε ξέθαρρα ὁ Τάσος. Κάνω
τὴν προσευχή μου καὶ μὲ φυλάγει ὁ φύλακας
ἄγγελος.
- Καλὰ κάνεις, ἀγόρι μου, ποὺ κάνεις τὴν
προσευχή σου καὶ δὲν φοβᾶσαι. Ἄφοβος νὰ
εἶσαι πάντοτε. Ἐσὺ θὰ γίνῃς καὶ στρατιώτης
καλός, ποὺ εἶσαι ἄφοβος.
Ὁ παπποὺς μὲ τὸν Τάσο ἐπερπάτησαν
μιλῶντας μαζί, ὣς ἐκεῖ, ποὺ ἐχώριζεν ὁ δρόμος.
Ὁ γέρο - Μᾶρκος τότε ἔστριψε δεξιὰ καὶ ὁ Τάσος
ἀριστερά, γιὰ νὰ πάῃ στὸ παντοπωλεῖο.
- Καληνύκτα, παππού! ἐφώναξεν ὁ Τάσος
52

