Page 129 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 129

Χριστοῦ καὶ τοῦ εἶπεν ὡραῖα ποιήματα, ποὺ
               ἔμαθε στὸ σχολεῖο.



                     66. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ γέρο -
                                       Μάνθου.



                  Εἶναι παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων. Ὁ γέρο
               - Μάνθος κατέβηκε ἀπὸ τὰ κτήματά του στὸ

               χωριό. θέλει νὰ ἑορτάσῃ τὴ μεγάλη ἑορτὴ μὲ
               τὰ παιδιἄ του, νὰ πάῃ καὶ στὴν ἐκκλησία νὰ
               μεταλάβῃ. Στὸ χωριὸ ἔχει μεγάλους γυιοὺς καὶ

               δώδεκα ἐγγόνια. Ὅλα πηγαίνουν στὸ σχολεῖο
               καὶ κάθονται μαζὶ στὸ ἴδιο σπίτι.

                  Τὴ νύκτα, ποὺ ἐκτύπησεν ἡ καμπάνα, ὅλοι
               ἐξεκίνησαν  γιὰ  τὴν  ἐκκλησία.  Ὁ  παπποὺς
               φορεῖ τὴν καινούργια φορεσιά του καὶ περπατεῖ

               ὁλόρθος  σὰν  κυπαρίσσι.  Ζηλεύεις  νὰ  τὸν
               βλέπῃς πῶς περπατεῖ.

                  Στὴν ἐκκλησία ἄναψε μιὰ μεγάλη λαμπάδα.
               Προσκύνησε καὶ ἀσπάστηκε τὴν ἁγία εἰκόνα
               μὲ τὴν Γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Τὰ παιδιὰ ἐπῆγαν

               κοντὰ στὸν ψάλτη νὰ βοηθήσουν.
                  « Ἡ γέννησίς Σου, Χριστὲ ὁ θεὸς ἡμῶν... ».

                  Τί γλυκὰ ποὺ ἀκούονται οἱ ψαλμῳδίες! Τί



                  12
   124   125   126   127   128   129   130   131   132   133   134