Page 124 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 124

κλωνάρια τους λὲς καὶ θὰ ἔσπαζαν.
               Τὴν  ἄλλη  ἡμέρα  ἀρχίζει  νὰ  πέφτῃ  χιόνι

            πυκνό.  Ἀμέτρητες  μικρὲς  πεταλουδίτσες
            χορεύουν τρελά. Εἶναι οἱ νιφάδες τοῦ χιονιοῦ.

            Ἡ γάτα δὲν ξεκολλᾷ ἀπὸ τὸ τζάκι. Θέλει ὅλο
            νὰ ζεσταίνεται. Οἱ τρίχες της εἶναι σὲ μεριὲς
            - μεριὲς καψαλισμένες. Ὁ μικρότερος ἀδελφὸς

            τοῦ  Μίμη,  ὁ  Λάμπης,  χαίρεται  ποὺ  χιονίζει.
            Σὰν  τὸ  στρώσῃ,  θὰ  παίξῃ  χιονοπόλεμο  μὲ

            ἄλλα παιδιά.
               - Χιόνι, πατέρα, χιόνι! φωνάζει χαρούμενος
            ὁ Λάμπης. Ἡ μητέρα τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι

            καὶ τὸν φέρνει στὸ παράθυρο.
               -  Κοίταξε,  Λάμπη,  τοῦ  λέει,  πῶς  πέφτει

            πυκνό.  Αὔριον  ὅλα  θὰ  εἶναι  κάτασπρα.  Οἱ
            τριανταφυλλίτσες μας, ποὺ εἶναι στὸ περιβόλι,
            θὰ  ἀσπρίσουν.  Ἡ  ἐλιά  μας  κι  αὐτὴ θὰ γίνῃ

            κάτασπρη. Καὶ ἅμα τὸ παγώσῃ, θὰ κρέμωνται
            ἀπὸ τὰ κεραμίδια τὰ κρύσταλλα σὰν σπαθιά.

               Ὁ Μίμης παίρνει τὸ τετράδιό του κι ἔρχεται
            νὰ γράψῃ κοντὰ στὸ παράθυρο. Μὰ τὰ χέρια
            του παγώνουν καὶ τὰ ζεσταίνει μὲ τὴν ἀνάσα

            του.





                                                                  121
   119   120   121   122   123   124   125   126   127   128   129