Page 120 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 120
61. Ἡ μητέρα.
Κάθε ἡμέρα ἡ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας καὶ
τοῦ Χρόνη σηκώνεται πρωί. Πιὸ πρωὶ ἀπ’
ὅλους μέσα στὸ σπίτι. Καθὼς μπαινοβγαίνει
στὰ δωμάτια, περπατεῖ σιγὰ - σιγά, για νὰ μὴ
ξυπνήσῃ τἀ παιδιά της. Ἔχει νὰ σκουπίσῃ, νὰ
συγυρίσῃ, ν’ ἀνάψῃ φωτιά. Νὰ ψήσῃ τὸν καφὲ
γιὰ τὸν πατέρα, ποὺ θὰ φύγῃ γιὰ τὴ δουλειά.
Νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ζεστὸ γιὰ τὰ παιδιά της, ποὺ
πηγαίνουν στὸ σχολεῖο.
Καὶ ὅταν εἶναι ἡ ὥρα γιὰ νὰ ξυπνήσουν,
ἔρχεται σιγά - σιγά, γιὰ νὰ μὴ τά τρομάξῃ,
καὶ τὰ φωνάζει μὲ χαϊδευτικὴ φωνή:
- Ἔ! ὑπναρᾶδές μου! Ξυπνᾶτε! Φθάνει πιὰ
τόσο ποὺ ἐκοιμηθήκατε.
11

