Page 117 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 117
- Ὀ πατέρας, καλή μου μητερούλα, δὲν
μᾶς ἀγαπᾷ. Δὲν κάθεται καθόλου νὰ μᾶς
ἰδῇ. Φεύγει πολὺ πρωὶ καὶ δὲν τὸν βλέπομε
διόλου.
- Δὲν ἔχεις δίκιο, παιδί μου, νὰ λέγῃς αὐτά.
Ἄν ὁ πατέρας δὲν ξυπνήσῃ ἐνωρὶς καὶ δὲν
ἐργασθῇ, τότε ποιός θὰ μᾶς θρέψῃ; Ποιός θὰ
βγάλῃ χρήματα γιὰ νὰ πληρώσωμε τὸ νοίκι
καὶ τὰ ἄλλα μας ἔξοδα; Ποιός θὰ σοῦ πάρῃ
βιβλία καὶ τετράδια γιὰ τὸ σχολεῖο; Ἴσα - ἴσα,
ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾷ γιὰ τοῦτο φεύγει τόσο πρωὶ
καὶ πηγαίνει στὴ δουλειά του.
Αὐτὰ ἔλεγε στὸ Φάνη ἡ μητέρα του.
Αὐτὸς ὅμως ἦταν μικρὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ
καταλάβῃ τὰ λόγια της.
Τώρα ὅμως ὁ Φάνης ἐμεγάλωσε καὶ
καταλαβαίνει γιὰ ποιὸ λόγο φεύγει ἐνωρὶς ὁ
πατέρας. Τώρα καταλαβαίνει γιατί γυρίζει
κατάκοπος καὶ νύκτα στὸ σπίτι. Καὶ τώρα,
ποὺ νοιώθει αὐτά, ξέρετε τί παρακαλεῖ τὸν
Θεὸ ὁ Φάνης, στὴν προσευχή του; Νὰ τὸν
βοηθήσῃ νὰ μεγαλώσῃ ἀκόμα πιὸ πολὺ καὶ
νὰ τελειώσῇ τὸ σχολεῖο. Καὶ τότε θὰ εἰπῇ
114

