Page 114 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 114
ἡ ᾽Αγαθὴ παίρνουν νὰ γράψουν. Τότε ψάχνουν
γιὰ τετράδιο καὶ γιὰ μολύβι. Καὶ πολλὲς φορὲς
οὔτε ξέρουν ποῦ τὰ ἔχουν. Ὅταν σηκώνωνται
στὸ μάθημα, τότε ρίχνουν ματιὲς στὸ βιβλίο.
Μαθαίνονται ὅμως ἔτσι τὰ γράμματα; Γι’
αὐτὸ ἔγιναν παιδιὰ χωρὶς ἐξυπνάδα, παιδιὰ
κοιμισμένα. Τοὺς μιλεῖς καὶ δὲν ξέρουν νὰ σοῦ
ἀπαντήσουν. Τέτοια παιδιὰ πῶς μποροῦν ποτὲ
νὰ προοδεύσουν;
Ὁ Ἀνέστης, ὁ γείτονας, κοιτάζει τὸν Μάνθο
καὶ τὴν ᾽Αγαθὴ καὶ θυμᾶται ἕνα ἄλλο παιδί,
τὸν Μιχαλάκη. Αὐτὸν τὸν εἶχε ἰδεῖ μιὰ μέρα
στὸ μπακάλικο καὶ τοῦ εἶχε κάμει ἐντύπωσι.
58. Ὁ Μιχαλάκης και τὸ τετράδιο.
Ὁ Μιχαλάκης ἐπῆγε μιὰ ἡμέρα στὸ
μπακάλικο νὰ ἀγοράσῃ μὲ δυὸ αὐγὰ ἕνα
τετράδιο.
- Καλημέρα, κύριε Θάνο, ἐχαιρέτισε τὸν
μπακάλη ὁ μικρός. Σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ
δώσῃς ἕνα τετράδιο.
- Τὰ τετράδια, παιδί μου, ἔχουν τρία αὐγά.
Νὰ μοῦ φέρῃς ἀκόμα ἕνα.
111

