Page 115 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 115

- Ὁ ἄλλος μπακάλης τὰ πωλεῖ δυὸ αὐγά. Ἄν
               δὲν  μοῦ  δώσῃς  ἐσύ,  θ᾽ἀγοράσω  ἀπὸ  ἐκεῖνον,

               εἶπεν ὁ Μιχαλάκης.
                  Ὁ κύριος Θάνος, ἅμα εἶδε, πὼς ὁ μικρὸς θὰ

               τοῦ ἔφευγε, ἐπῆρε τ’ αὐγὰ καὶ ἄρχισε νὰ τὰ
               κοιτάζῃ προσεκτικά.
                  - Μήπως εἶναι κλούβια ἢ ραγισμένα καὶ μοῦ

               τὰ ἔφερες; εἶπε στὸ Μιχαλάκη.
                  - Ὄχι. Εἶναι γερὰ καὶ φρέσκα. Τὰ ἐγέννησαν

               οἱ κοττοῦλές μας, εἶπεν ὁ μικρός.
                  Ἀφοῦ  ὁ  μπακάλης  ἐβεβαιώθηκε,  πὼς
               εἶναι γερά, τὰ ἔβαλε στὸ ράφι κι ἔδωκε στὸ

               Μιχαλάκη τὸ τετράδιο. Ὁ μικρὸς τὸ ἐπῆρε καὶ
               ἄρχισε νὰ τὸ κοιτάζῃ.

                  - Τί τὸ κοιτᾷς; καινούργιο εἶναι, τοῦ εἶπεν ὁ
               μπακάλης.
                  - Καὶ τὰ αὐγά, ποὺ σοῦ ἔδωκα ἐγώ, ἦταν

               φρέσκα, μὰ ἐσὺ τὰ ἐκοίταζες. Τὸ ἲδιο τώρα θὰ
               κάμω κι ἐγὼ μὲ τὸ τετράδιο.

                  Καὶ  ἀφοῦ  τὸ  παρετήρησε  προσεκτικὰ  καὶ
               εἶδε, πὼς εἶναι καλό, τὸ ἐπῆρε καὶ ἔφυγε.
                  Ὅταν ὁ Μιχαλάκης ἔφυγε, ὁ Ἀνέστης, ποὺ

               ἔτυχεν  ἐκεῖ,  εἶπε  σὲ  μερικοὺς  πελάτες,  ποὺ





                  112
   110   111   112   113   114   115   116   117   118   119   120