Κάποιον σὰν κι ἐμένα
περιμένει χαρωπά,
κάποιος γνωρισμένα
στὴν ἐξώθυρα κτυπᾷ.
Ἄκουσέ τον κάτου,
μητερούλα μου καλή,
νά τὸ πάτημά του!
τρίζει ᾽πάνω στὸ σκαλί.
Μύρισ’ ὁ ἀγέρας,
ἔφεξε τὸ σπιτικό:
Ἔρχεται ὁ πατέρας
μὲ χαμόγελο γλυκό.
Γεώργιος Βιζυηνὸς
11