Page 215 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 215
Ὄλο πρὸς τὸν οὐρανὸ κοιτάζει ὁ Ἀποστόλης.
Τοῦ ἀρέσει νὰ βλέπῃ τ’ ἀστέρια, τὸ φεγγάρι καὶ
τὸν ἥλιο, ποὺ λάμπει καὶ φωτίζει ὁλόλαμπρος.
Θὰ ἤθελε νὰ εἶναι πουλί. Σὰν τὸ τρυγόνι, σὰν
τὸ περιστέρι, σὰν τὸ κοτσύφι.
Θὰ ἤθελα νὰ πετῶ, ὅλο νὰ πετῶ, ἔλεγεν ὁ
Ἀποστόλης.
Ἔ! πῶς ἔκανε, ὅταν πρωτοεῖδεν ἀεροπλάνο!
Τί χειροκροτήματα! Τί χαρούμενα ξεφωνητά!
- Κοιτᾶτε! κοιτᾶτε! πόσο γρήγορα πετᾷ
ἔλεγε.
Καὶ ὅταν ἐπῆγε στὸ σπίτι του, ὅλο γιὰ τὸ
ἀεροπλάνο ἐμιλοῦσε.
- Πῶς πετοῦν, πατέρα, τόσο ψηλά; Πῶς
δὲν πέφτουν; Μᾶς βλέπουν ἀπ’ ἐκεῖ; Μὲ τί
εἶναι φτειαγμένο τὸ ἀεροπλάνο; Μπορεῖς ἐσύ,
πατέρα, νὰ πετάξῃς τόσο ψηλά; Ἐγὼ μπορῶ.
Ἐγὼ θὰ ἀνέβαινα ψηλὰ ὣς τ᾽ ἀστέρια. Νὰ εἶχα
ἐγὼ ἕνα ἀεροπλάνο καὶ νὰ ἔβλεπες, πατέρα,
πόσο ψηλὰ θὰ ἐπετοῦσα.
- Μὰ τότε πρέπει νὰ γίνῃς ἀεροπόρος,
τοῦ εἶπεν ὁ πατέρας. Ἀφοὕ σοῦ ἀρέσει τόσο
πολὺ νὰ πετᾷς, ἐγὼ δὲν σ᾽ ἐμποδίζω. Νὰ
212

