Page 35 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 35

- Ἄκου, Φωτούλα, αὐτὸ τὸ κοτσύφι ! Ἄκου
               κι ἐκεῖνες τὶς καρδερῖνες ! μοῦ εἶπεν ἡ γιαγιά.

                  Ἐγὼ τῆς ἀποκρίθηκα:
                  - Πολὺ θὰ ἤθελα, γιαγιά μου, νὰ ἐγινόμουν κι

               ἐγὼ πουλάκι. Νὰ ἐπετοῦσα ἀπὸ κλαρὶ σὲ κλαρὶ
               καὶ νὰ κελαδοῦσα σὰν αὐτὸ τὸ κοτσύφι.
                  - Κι ἂν ἐγινόσουν πουλί, τότε τί ἐγγονούλα

               θὰ εἶχα; Δὲν θὰ ἐλυπόσουν, ποὺ θὰ μ’ ἄφηνες
               μονάχη; μοῦ εἶπεν ὴ γιαγιὰ παραπονεμένα.

                  Τὴν ὥρα ἐκείνη τάκ! μ’ ἐκτύπησε κάτι στὰ
               μαλλιά.  Ἧταν  αὐτὸς  ὁ  τζίτζικας.  Τὸν  ἐπῆρα
               καὶ ἦταν πεθαμένος.

                  - Πεθαμένος! εἶπαν τὰ παιδιά.
                  - Ναί! ἀποκρίθηκε ἡ Φωτούλα. Πεθαμένος.

               Ἡ γιαγιὰ μοῦ εἶπε, πὼς κάποιο πουλάκι τὸν
               ἐκτύπησε. ῎Ηθελε νὰ τὸν πιάσῃ μὲ τὴν μύτη
               του, γιὰ νὰ τὸν φάῃ, καὶ τὸν ἐσκότωσε.

                  Τὰ παιδιὰ ἐκοίταξαν μὲ προσοχὴ τὸν καημένο
               τὸν  τζίτζικα.  Ὁ  δύστυχος  εἶχε  μιὰ  τρυπίτσα

               λίγο πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ κεφάλι. Ἐσηκώθηκαν
               τότε ὅλα καὶ τὸν ἐπῆγαν στὸ σχολικὸ μουσεῖο.
               Ἐπάνω στὸ κουτάκι ἔβαλαν μιὰ καρφίτσα, ποὺ

               ἔγραφε: Δῶρο τῆς Φωτούλας γιὰ τὸ σχολικό





                  32
   30   31   32   33   34   35   36   37   38   39   40