Page 33 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 33
- Μοῦ ἀρέσει, μὰ ὅταν εἶναι ἥσυχη.
᾽Αλλοίμονο ὅμως, ὅταν ἀγριέψῃ. Μουγκρίζει
σὰν θεριό. Σηκώνει κύματα, ποὺ εἶναι σὰν
βουνά. Τὰ καράβια τότε χοροπηδοῦν. Ἅν πῆτε
γιὰ τὶς βάρκες, τὶς παίζει σὰν παιγνιδάκι.
16. Ὁ ψαρᾶς.
Βγαίν’ ἡ βαρκούλα τοῦ ψαρᾶ
ἀπὸ τὸ περιγιάλι
κι ἁπλώνει ὁ ναύτης μὲ χαρὰ
τὰ δίχτυα του καὶ πάλι.
Τὸ φεγγαράκι τὸ γιαλὸ
τὸν κάνει σὰν καθρέφτη
καὶ κάθε ψάρι παχουλὸ
μέσα στὰ δίχτυα πέφτει.
Τράβα τὸ δίχτυ σου, ψαρᾶ,
κι ἀγάλια νὰ μὴ σπάσῃ·
θαρρῶ, πὼς τούτη τὴ φορὰ
χιλιάδες ἔχει πιάσει.
Πολὺ κουράσθηκες, ψαρᾶ,
30

