Page 63 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 63

στοὺς ναῦτες καὶ στὸν καπετὰν Νικόλα!
                  Μιὰ  ὁλόκληρη  ἡμέρα  καὶ  μιὰ  νύκτα

               ἐταξίδευε τὸ πλοῖο πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ὅλες
               αὐτὲς τὶς ὧρες, ἧταν γεμᾶτο ἀπὸ πουλιά. Ἄλλα

               ἔρχονταν, ἄλλα ἔφευγαν. Ὅσα ἐξεκουράζονταν,
               κάπου - κάπου, ἐσήκωναν τὸ κεφαλάκι τους καὶ
               ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό. Ἐκοίταζαν νὰ ἰδοῦν

               ποῦ εἶναι οἱ ἄλλοι σύντροφοί τους. Τὸ ναυτάκι,
               ὁ Ἀντωνάκης, ἐλυπόταν γιὰ ἕνα πρᾶγμα. Τὸ

               εἶπε μάλιστα καὶ στὸν καπετάνιο.
                  - Τὰ χελιδόνια εἶναι νηστικά, καπετάνιε. Δὲν
               διατάζετε νὰ τοὺς ρίξωμε σιτάρι καὶ ψίχουλα

               γιὰ νὰ φᾶνε;
                  -  Θὰ  τὸ  ἔκαμνα,  ᾽Αντωνάκη,  ἀλλὰ  τὰ

               χελιδόνια,  παιδί  μου,  δὲν  τρώγουν  σπόρους
               καὶ  ψίχουλα.  Θέλουν  μυῖγες,  σκουλήκια,
               κουνούπια. Ἐμεῖς ἐδῶ τέτοια δὲν ἔχομε. Ἀλλὰ

               δὲν πειράζει. Τὸ ταξίδι κοντεύει νὰ τελειώσῃ
               καὶ  ἔτσι  τώρα,  ποὺ  θὰ  φθάσουν  στὸ  μέρος

               τους, ἂς φᾶνε ἐκεῖ ὅ,τι θέλουν.












                  60
   58   59   60   61   62   63   64   65   66   67   68