Page 67 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 67
Ὁ Τάσος ἐτράβηξε σὲ μιὰ φουντωτὴ μηλιά.
Ἔτρωγε καὶ δὲν ἐχόρταινε. Εὐωδίαζαν ἐκεῖνοι
οἱ καρποί. Τί γλύκα! Τί νοστιμάδα!
Ὁ Θύμιος ἐπροτίμησε μιὰ δαμασκηνιά. Εἶχε
κι ἕνα καλαθάκι καὶ ἐμάζευε. Ἕνα στὸ καλάθι,
ἄλλο στὸ στόμα.
‘Ο θεῖος ἐχαιρόταν μὲ τὴν ὄρεξι, ποὺ εἶχαν
τὰ παιδιά.
Ὅταν κατέβηκαν ἀπὸ τὰ δένδρα, τοὺς
ἔδωσε ἀπὸ ἕνα καλάθι κι ἀπὸ ἕνα μαχαίρι
καὶ τὰ ἐπῆγε στὸ ἀμπέλι. Οἱ κληματόβεργες
ἐλυγοῦσαν. Σαββατιανά, ροδῖτες, μοσχᾶτα, ὅλα
γλυκύτατα. Οἱ ρῶγες χονδρὲς σὰν κορόμηλα.
- Εὐλογημένος καρπός, είπεν ὁ θεῖος. Τρία
πράγματα εὐλόγησεν ὁ Θεός: τὸν σῖτον, τὸν
οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον.
Τὴν ὥρα, ποὺ ἔλεγαν αὐτά, λίγο πιὸ πέρα,
μιὰ γριούλα, ἡ κυρὰ Ξενιά, ἐκουβέντιαζε. Τὰ
εἶχε βάλει μὲ τὰ σπουργίτια. Ἑκουβέντιαζε μαζί
των, σὰν νὰ εἶχε μπροστά της ἀνθρώπους.
- Καλέ, δὲν πᾶτε στὶς συκές; Τί ἔρχεσθε καὶ
τρῶτε τὰ δικά μου τὰ σῦκα, ποὺ ἡλιάζω;
Ἡ καημένη εἶχεν ἁπλωμένα μερικὰ σῦκα
4

