Page 72 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 72

τὶς ἐπείραζε. Ὅταν ἔβλεπε μέλισσες, ἐννοοῦσε
            σώνει καὶ καλὰ νὰ τὶς κυνηγᾷ.



                             37. Τὸ φθινόπωρο.


                  Χειμώνιασε καὶ φεύγουν τὰ πουλιά,

                  γοργὰ ὁ πελαργὸς τὰ πελαγώνει,
                  κι ἡ φλύαρη χελιδονοφωλιὰ
                  χορτάριασε παντέρημη καὶ μόνη.






                  Τοῦ σπίνου χάθηκε ἡ γλυκειὰ λαλιά,
                  φοβήθηκε ὁ μελισσουργὸς τὸ χιόνι,
                  κι ἡ σουσουράδα κάτω στὴν ἀκρογιαλιὰ

                  δὲν τρέχει, δὲν πηδᾷ δὲν καμαρώνει.





                  Στῆς λυγαριᾶς τ’ ὁλόξερο κλαδί,
                  τοῦ φθινοπώρου φτωχικὸ παιδί,

                  ὁ καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει.





                  Μὲ λόγια ταπεινὰ καὶ σιγανά,
                  μικρὸς προφήτης φτερωτός, μηνᾷ
   67   68   69   70   71   72   73   74   75   76   77