Page 76 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 76
40. Τὸ ὄργωμα.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα οἱ γεωργοὶ ἐπῆγαν στὰ
χωράφια τους. Ἐπῆγαν γιὰ νὰ ὀργώσουν.
Τραγουδοῦν χαρούμενοι. Ὁ μπάρμπα-Σπύρος
μὲ τὸ Στέφανο ἐπῆγαν ἀπὸ τοὺς πρώτους.
Τὰ δυό τους βόδια ξεκούραστα σύρουν τὸ
ἀλέτρι. Τὸ ὑνὶ σχίζει τὴ γῆ βαθιά. Τὸ χῶμα
ἀνασηκώνεται. Τὸ χωράφι παίρνει ἄλλη ὄψι
τώρα, ποὺ ὀργώνεται.
- Ὠώ! Μελῆ. Ὠώ! Κανέλλη, ἀκούεται ὁ
Στέφανος.
Στὸ μπάρμπα-Σπύρο ἀρέσει αὐτὴ ἡ φωνή.
Τοῦ φαίνεται σὰν τραγούδι. Νέος ὤργωνε ὁ
ἴδιος. Τώρα, ποὺ ἐγέρασε, ὀργώνει ὁ Στέφανος.
Ὁ Στέφανος εἶναι παιδὶ ὑπάκουο, ἀγαπάει τὴ
δουλειά. Τὰ βόδια τὰ προσέχει. Βουκέντρα
δὲν μεταχειρίζεται. Δὲν θέλει νὰ κάμῃ τὰ
ζῷά του νὰ πονοῦν. Τὰ χωράφια τὰ ἔχει
καλοπεριποιημένα.
- Ἄν ἔκανε, πατέρα, λίγες ἡμέρες γλυκειές,
ὅπως σήμερα, θὰ ἐτελειώναμε τὰ ὀργώματα.
Ὕστερα θ’ ἀρχίζαμε τὴ σπορά, λέγει ὁ
Στέφανος.
3

