Page 152 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 152

εὐχαριστοῦν, ποὺ τοὺς προσφέρομε στέγη.
               Τὴν  ἄλλη  ἠμέρα  ὁ  Τάκης  καὶ  ἡ  Νίνα

            ἐφώναξαν  τὸ  Χρῖστο,  τὸν  ὑπηρέτη  τους.  Οἱ
            τρεῖς  μαζὶ  κάτι  ἐκρυφομίλησαν  ἐκεῖ  κοντὰ

            στὴν κληματαριά.
               Τί εἶπαν; Κανένας, δὲν ἄκουσε. Ἀλλ᾽ ἀμέσως
            ὁ  Χρῖστος  ἐπῆρε  μιὰ  ψηλὴ  σκάλα  καὶ  τὴν

            ἔβαλε κοντὰ στὸν τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ. Ἐπάνω,
            ἐκεῖ στὴ στέγη, ἦταν τρεῖς φωλιὲς χελιδονιῶν.

            Ἦταν ἡ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλη.
               Ὁ Χρῖστος προσεκτικὰ - προσεκτικὰ ἔβαλε
            τὸ  χέρι  καὶ  τὶς  ἐκαθάρισε.  Ὅ,τι  ἀπὸ  τὴν

            πολυκαιρία εἶχε μαζευθῆ ἐκεῖ μέσα τὸ ἐπέταξε.
            Στὶς δυὸ εἶχεν εὕρει ξυλαράκια λεπτά, ἄχυρα,

            πτερὰ καὶ ξεραμμένες κόρες ἀπὸ ψωμί.
               Ὁ  ὑπηρέτης  ἐκατάλαβε  τί  εἶχε  γίνει.  Τὸν
            χειμῶνα, μὲ τὸ τσουχτερὸ κρύο, εἶχαν μείνει σ’

            αὐτὲς σπουργῖτες. Τὰ τετραπέρατα πουλάκια
            ἐπερνοῦσαν ἐκεῖ τὶς ψυχρὲς νύκτες. Δὲν ἔμειναν

            νὰ ξεπαγιάσουν στὴ δική τους κακοφτειαγμένη
            φωλιά.
               Ἔπειτα,  σὰν  ἦλθεν  ὁ  Μάρτης,  μιὰ

            ἡμέραἀκούσθηκαν                χαρούμενες           φωνὲς





                                                                  14
   147   148   149   150   151   152   153   154   155   156   157