Page 147 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 147

νὰ γλεντήσωμε καὶ νὰ χαροῦμε.
                  Ὁ κόκκορας ἐκαμώθηκε, πὼς ἐχάρηκε γιὰ

               τὴν εἴδησι, μὰ δὲν τὸ ἐκουνοῦσε ἀπὸ τὸ δένδρο.
               Ἦταν κόκκορας μυαλωμένος καὶ γνωστικός.

               Δὲν ἦταν σὰν τὸν κόκκορα τῆς παροιμίας, ποὺ
               δὲν εἶχε γνῶσι.
                  -  Ὤ!  μὰ  κατέβα  λοιπόν!  Κατέβα  γιὰ  ν᾽

               ἀρχίσωμε τὸ γλέντι!
                  -  Χμ!  ἔκαμε  ὁ  κόκκορας.  Γιὰ  νὰ  κατεβῶ,

               πρέπει νὰ ξυπνήσῃ ὁ θυρωρὸς νὰ ἀνοίξῃ. Δὲν
               βλέπεις,  πὼς  ἡ  θύρα  τοῦ  σπιτιοῦ  μαςεἶναι
               κλειστή; Κτύπα, σὲ παρακαλῶ, μὲ τὸ μουσούδι

               σου γιὰ νὰ μοῦ ἀνοίξῃ.
                  Χωρὶς,  καλὰ  -  καλά,  νὰ  προφθάσῃ

               ἡπαμπόνηρη νὰ κάμῃ ὅ,τι τῆς εἶπεν ὁ κόκκορας,
               νά σου καὶ ἐπετάχτηκε ὁ Φουντοῦκος.
                  Ἡ        ἀλεποῦ         ὅπου         φύγῃ        φύγῃ.

               Καταντροπιασμένη,  ποὺ  τὴν  ἐκορόιδεψε  ὁ
               κόκκορας, ἐπῆρε δρόμο καὶ ἀκόμη τρέχει

                  Κι ὁ κόκκορας ἐπάνω στὴ βαλανιδιὰ ἀκόμη
               γελάει.


                       (Ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν Σ. Σπεράντσα καὶ Α. Μεταλλινοῦ )






                  144
   142   143   144   145   146   147   148   149   150   151   152