Page 146 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 146

Τὸ δένδρο αὐτὸ ἧταν κοντὰ στὴν αὐλὴ καὶ
            οἱ κοττοῦλες φρούτ! ἀνέβαιναν καὶ ἐπερνοῦσαν

            ἐκεῖ τὰ βράδια. Στὸ ψηλότερο μέρος ἀνέβαινε ὁ
            κόκκορας μὲ τὰ φανταχτερὰ πτερὰ καὶ κάτω

            στὴν  κουφάλα  τῆς  βαλανιδιᾶς  ἐτρύπωνε  ὁ
            Φουντοῦκος. Γιὰ νὰ μὴ κρυώνῃ ὁ Φουντοῦκός
            της, ἡ κυρὰ Παυλῖνα ἔφτειασε οτὴν κουφάλα

            τοῦ δένδρου καὶ μιὰ πορτούλα.
                Πιὸ πέρα ὅμως ἀπὸ τὸ σπίτι, ἐτριγύριζε μιὰ

            ἀλεποῦ.  Ἄκουσε  ἕνα  πρωινὸ  τὸ  λάλημα  τοῦ
            πετεινοῦ  καὶ  ἡ  παμπόνηρη  ἔτρεξε  στὴ  ρίζα
            τῆς βαλανιδιᾶς.

               - Ὤ! καλημέρα σου, φίλε μου κόκκορα! Πῶς
            εἶσαι  στὴν  ὑγεία  σου;  Τί  κάνεις;  Σοῦ  φέρνω

            μιὰ πολὺ - πολὺ εὐχάριστη εἴδησι. Τὰ ζῷα ὅλα
            ἐμόνοιασαν.  Δὲν  θὰ  μαλώνωμε  πιὰ  μεταξύ
            μας. Προχθὲς εἴχαμε καὶ διασκέδασι. Ἐκάναμε

            καὶ χορό. Ὁ λύκος ἐχόρευε ἀγαπημένα μὲ τὰ
            πρόβατα. Οἱ γάτες ἐγλεντοῦσαν μὲ τὰ σκυλιά.

            Τὰ ποντίκια ἐχοροπηδοῦσαν καὶ οἱ γάτες δὲν
            τὰ ἐπείραζαν. Οἱ ἀλεποῦδες μὲ τοὺς κοκκόρους
            ξεκαρδισθήκαμε στὰ γέλια. Ἑσὺ φαίνεται πὼς

            δὲν ἐπῆρες εἴδησι καὶ ἔλειπες. Κατέβα τώρα





                                                                  143
   141   142   143   144   145   146   147   148   149   150   151