Page 142 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 142
τότε νὰ τὸ ἀνοίξης.
῾Η κυρὰ-Κακὴ παίρνει τὰ ξύλα καὶ τὸ
σακκουλάκι καὶ φεύγει δίχως νὰ χαιρετίσῃ τὰ
παλληκάρια. Φεύγει νὰ φθάσῃ στὸ σπίτι της
μιὰ ὥρα ἐνωρίτερα.
Ὅταν καμμιὰ φορὰ ἔφθασε, ἀνοίγει
χαρούμενη τὸ σακκουλάκι, μὰ τί νὰ ἰδῇ!
Ἦταν γεμᾶτο πέτρες καὶ τὶς εἶχε κουβαλήσει
στὸ σπίτι της, νομίζοντας πὼς ἦταν χρυσᾶ
φλωριά, ὅπως τὰ φλωριὰ τῆς κυρὰ - Καλῆς,
τῆς γριούλας.
( Ἐκ τοῦ βιβλίου τοῦ Γεωργ. Σακκᾶ )
74. Γιά τὴ φωτιὰ.
- Κρυώνεις, γιαγιά;
- Ναί, παιδάκι μου, ἀνατριχιάζω. Εἶναι σὰν
νὰ μοῦ χύνουν στὸ κορμὶ παγωμένο νερό. Πᾶμε
νὰ ζεσταθοῦμε στὸ τζάκι.
Ἐκεῖ ἧταν ἀναμμένη φωτιὰ ἀπὸ ξύλα
βαλανιδιᾶς καὶ ἡ Ἑλενίτσα μὲ τὴ γιαγιὰ
ἐκάθισαν νὰ ζεσταθοῦν. Ἔξω ἐφυσοῦσε δυνατὸ
ξεροβόρι. Τῆς Ἑλενίτσας τῆς ἄρεσε, ποὺ ἔβλεπε
τὰ ξύλα νὰ καῖνε καὶ τὶς φλόγες νὰ χορεύουν
13

