Page 140 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 140

- Καλά μου παιδιά, τί λόγια εἶναι αὐτὰ ποὺ
            μ᾽ ἐρωτᾶτε; Μπορεῖ νὰ εἶναι μῆνας ἄσχημος;

            Ἀφοῦ  ὅλους  τοὺς  ἔκαμε  ὁ  καλὸς  Θεός,  πῶς
            ἠμπορεῖ  νὰ  εἶναι  ἄσχημοι;  Ὅλοι  καλοὶ  καὶ

            τιμημένοι εἶναι. Ὁ καθένας ἔχει καὶ τὶς χάρες
            του. Ἐγὼ ὅλους τοὺς ἀγαπῶ ἀπὸ ἴσια.
               Οἱ  μῆνες  εὐχαριστήθηκαν  πολὺ  ἀπὸ  τὰ

            λόγια τῆς κυρὰ - Καλῆς καὶ τῆς λένε:
               - Πάρε, γιαγιά, ξύλα γιὰ τὴ φωτιὰ κι αὐτὸ

            τὸ σακκουλάκι. Ὅταν πᾷς στὸ σπίτι σου ἐκεῖ
            νὰ τ’ ἀνοίξῃς.
               Τὰ ἔχασε ἡ γριούλα, ὅταν ἐπῆγε στὸ σπίτι

            της καὶ ἄνοιξε τὸ σακκουλάκι. Ἦταν γεμᾶτο
            ἀπὸ φλωριά. Ἐλαμποκόπησε τὸ καμαράκι της

            σὰν τὰ ἄδειασε κάτω.
               Ἀγόρασε  ὕστερα  ἕνα    καινούργιο  σπιτάκι,
            ἐντύθηκε  καλὰ  καὶ  ἐζοῦσε  πλούσια  κι

            εὐτυχισμένα  βοηθῶντας  τοὺς  πτωχούς.
            Τὸ  χωριὸ  ὅλο  ἐχαιρόταν,  ποὺ  τὴν  ἔβλεπε

            εὐτυχισμένη.
               Τὴν εἶδε καὶ ἡ γριά, ἡ κυρὰ - Κακή, κι ἐπῆγε
            μιὰ ἡμέρα στὸ σπίτι της.

               -  Πῶς  ἄλλαξες  ἔτσι,  κυρὰ  -  Καλή;  Ποῦ





                                                                  13
   135   136   137   138   139   140   141   142   143   144   145