Page 144 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 144
ἐπελεκοῦσε μιὰ πέτρα μ’ ἕνα τσεκούρι πέτρινο,
εἶδε νὰ ξεπετιέται μιὰ σπίθα. Τὴν εἶχε στείλει
ὁ καλὸς Θεός. Μ’ αὐτὴν ἄναψε ὁ μαρμαρᾶς
φωτιά. Μὴ ᾽ρωτᾶτε τί χαρὰ ἐδοκίμασε τὸ βράδυ
ἡ πτωχή του ἡ γυναῖκα καὶ τὰ μικρούλικα
παιδάκια του, σὰν ἐπῆγεν ὁ πατέρας στὸ σπίτι
καὶ ἄναψε κι ἐκεῖ φωτιά. Ἀπὸ τότε ἄρχισαν νὰ
ζεσταίνωνται, νὰ ψήνουν τὸ κρέας, νὰ βράζουν
τὸ γάλα, νὰ φωτίζουν τὴν καλύβα τους.
Στὴν ἀρχὴ ἄναβαν τὴ φωτιὰ στὴ μέση τῆς
καλύβας καὶ τοὺς ἔπνιγεν ὁ καπνός. Σιγὰ -
σιγὰ ὅμως ἄνοιξαν μιὰ τρύπα στὴ σκεπὴ καὶ
ἐσταμάτησε τὸ κακό.
- Καὶ πῶς τὴ διατηροῦσαν τὴ φωτιὰ
ἄσβεστη, γιαγιά; ἐρώτησεν ἡ Ἑλενίτσα.
- Ἐφρόντιζαν, παιδί μου, πρὶν κοιμηθοῦν,
νὰ σκεπάζουν τὴν ἀνθρακιά, ποὺ μένει ἀπ᾽
τὰ καμμένα ξύλα, μὲ τὴ στάκτη καὶ ἔτσι ἡ
φωτιὰ ἐβαστοῦσε ὣς τὸ ἄλλο τὸ πρωί.
- Δὲν εἶχαν τότε σπίρτα, γιαγιά, για ν᾽
ἀνάβουν τὴ φωτιά;
Τὰ σπίρτα, παιδί μου, εὑρέθησαν, ὅταν ὁ
ἄνθρωπος ἄρχισε νὰ προοδεύῃ, νὰ γίνεται
141

