Page 189 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 189
Ἐβοσκοῦσεν ὁ καημένος καὶ τὸν ἔφαγαν. Ἦταν
μιᾶς γυναίκας πτωχῆς καὶ τὸν ἔκλαιγε ἡ
δύστυχη ἀπαρηγόρητα. Ἐκεῖ ἐφύλαγαν σκύλοι,
μὰ οἱ λύκοι τοὺς ἐξεγέλασαν.
- Πόσο θέλομε, Τάσο, νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντὰ
τὸν Καψάλη! Εἶπαν πολλὰ παιδιά.
- Καλὰ εἶναι νὰ τὸν ἰδοῦμε, ἀλλὰ δὲν
μποροῦμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε τόσο, εἶπεν ὁ
δάσκαλος. Ἄλλη φορά, ὅταν κάμωμε ἐκδρομή,
θὰ ἀνεβοῦμε ὥς τὶς καλύβες καὶ τότε θὰ
τὸν ἰδοῦμε. Ἀξίζει νὰ γνωρίσωμε ἕνα τέτοιο
λαμπρὸ σκυλί.
Ὕστερα τὰ παιδιὰ ἐρώτησαν τὸν Τάσο γιὰ τὰ
ἄλλα ἄγρια ζῷα, ποὺ εὑρίσκονται στὸ δάσος,
καὶ ὁ Τάσος τοὺς εἶπε:
- Ἐδῶ εὑρίσκονται καὶ ἀλεποῦδες, λαγοί,
κουνάβια καὶ ἄλλα.
- Κουνάβια; Τί εἶναι αὐτὰ τὰ κουνάβια;
ἐρώτησεν ἡ Σταθούλα:
- Εἶναι κάτι ζῷα σὰν γάτες, ἀλλὰ πιὸ
λεπτά. Ἔχουν οὐρὰ μεγάλη, φουντωτὴ καὶ τὰ
κυνηγοῦν γιὰ τὸ δέρμα τους. Γίνεται μὲ αὐτὸ
ὡραία γούνα.
1

