Page 83 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 83

ἐβοηθοῦσε καὶ ἕνα παιδί. Καὶ οἱ δυό τους ἧταν
               κατάμαυροι ἀπὸ τὰ κάρβουνα.

                  - Σοῦ ἔφερα, κὺρ - Μιχάλη, τὸ ὑνί μας, τοῦ
               εἶπεν ὁ Χρόνης. Ἐστράβωσεν ἡ μύτη του, νὰ

               τὸ διορθώσῃς.
                  Ὁ Μιχάλης τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ ἐκοίταξε.
                  - Ἄφησέ το, παιδί μου, καὶ θὰ τὸ διορθώσω.

               Σήμερα ὅμως καὶ αὔριο δὲν εὐκαιρῶ. Μεθαύριο
               θὰ εἶναι ἕτοιμο.

                  Ὁ  Χρόνης  ἐκοίταζε  τὸ  φυσερό.  Τὴν  ὥρα
               ἐκείνη  ὁ  βοηθὸς  τοῦ  Μιχάλη  ἐτραβοῦσεν
               ἕνα  σχοινὶ  καὶ  τὸ  φυσερὸ  ἐφυσοῦσε:  φούκου!

               φούκου!  Μὲ  τὸ  φύσημα  ἡ  φωτιὰ  ἐδυνάμωνε
               καὶ τὸ σίδερο ἐκοκκίνιζε.

                  Ὁ  Χρόνης  ἐκοίταζε  καὶ  τὰ  μπράτσα  τοῦ
               σιδερᾶ. Τί δυνατὰ ποὺ ἦταν! Ἐπαρακολουθοῦσε
               πῶς  ἐκτυποῦσε  τὸ  πυρωμένο  σίδερο  ἐπάνω

               στὸ ἀμόνι καὶ πῶς ὕστερα ἀπὸ λίγο ἄρχιζε νὰ
               μαυρίζῃ. Τότε πάλι τὸ ξανάβαζε στὴ φωτιά.

                  Πόσο θὰ ἤθελε ὁ Χρόνης νὰ ἐτραβοῦσε καὶ
               αὐτὸς  τὸ  σχοινὶ  καὶ  νὰ  κάνῃ  μὲ  τὸ  φυσερὸ
               φούκου! φούκου!

                  Ἀπ’ ἐκεῖ ὁ Χρόνης ἐπῆγε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν





                  80
   78   79   80   81   82   83   84   85   86   87   88