Page 86 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 86
δίχως νὰ παίρνῃ ἀνάσα,
στ’ ἀμόνι του κτυπᾷ.
Τέλλος Ἄγρας
45. Ὁ Γρηγόρης ὁ ξυλουργός.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωὶ ὁ Χρόνης ἐπῆγε στὸ
ξυλουργεῖο τοῦ Γρηγόρη. Εὐτυχῶς ἦταν ἐκεῖ.
Ἐπριόνιζε μιὰ σανίδα. Ὅλο τὸ πάτωμα ἦταν
γεμᾶτο πριονίδια καὶ ροκανίδια σκορπισμένα.
Σ’ ἕνα μεγάλο τραπέζι, τὸν μπάγκο, ἦταν τὰ
ἐργαλεῖα. Ἀπ’ αὐτὰ ὁ Χρόνης ἄλλα ἤξερε καὶ
ἄλλα δὲν ἤξερε. Εἶδε τὸ πριόνι, τὴν πλάνη, τὸ
σκεπάρνι, τὴν τανάλια, τὸ καθένα στὴ θέσι
του.
Μερικὰ ἐργαλεῖα τοῦ ἐφάνηκαν περίεργα.
Τὰ ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά. Δὲν μποροῦσε
νὰ καταλάβῃ σὲ τί τὰ ἐχρησιμοποιοῦσεν
ὁ ξυλουργός. Ὅταν ἐκεῖνος ἐτελείωσε τὸ
πριόνισμα, ὁ Χρόνης τοῦ εἶπε τὴν παραγγελία,
ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸν πατέρα του: νὰ ἔλθῃ γιὰ νὰ
διορθώσῃ τὴν ἀποθήκη.
- Δὲν μπορῶ, παιδί μου, οὔτε αὔριο οὔτε
3

