Page 87 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 87
μεθαύριο νὰ ἔλθω. Τὴν ἄλλη ἑβδομάδα θὰ
εὑκαιρήσω.
- Ἔχουν λυγίσει τὰ ξύλα τῆς ἀποθήκης, κὺρ-
Γρηγόρη, καὶ κοντεύουν νὰ σπάσουν μοῦ εἶπεν
ὁ πατέρας. Ὅσο μπορεῖς, ἔλα γρηγορώτερα.
Εἶναι ἀνάγκη.
- Καταλαβαίνω, παιδί μου, ἀλλὰ τί νὰ
σᾶς κάμω. Ἔχω δουλειὰ ἄλλη, πιὸ βιαστική.
Μοῦ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὴν ἀφήσω στὴ μέση.
Φτειάνω μιὰ σκεπή. Εἶναι φθινόπωρο καὶ
μπορεῖ νὰ βρέξῃ. Καὶ τότε δίχως σκεπή, τί θὰ
γίνη τὸ σπίτι;
Καί, παίρνοντας ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ξύλα ἕνα
χάρακα, λέγει τοῦ Χρόνη :
- Καὶ τώρα, μιὰ ποὺ ἧλθες στὸ μαγαζί μου,
στάσου νὰ σοῦ δώσω κι ἕνα χάρακα, νὰ ριγώνῃς
τὰ. τετράδιά σου. Εἶναι ἀπὸ ὀξυά. Δὲν στραβώνει.
Τέτοιον ἔχει καὶ ὁ γυιός μου ὁ Νικολός. Μοῦ
φαίνεται πὼς εἶσθε συμμαθηταί.
- Εἴμεθα καὶ φίλοι καὶ πολλὲς φορὲς
μελετοῦμε καὶ μαζί, ἐπρόσθεσεν ὁ Χρόνης.
- Νὰ μελετᾶτε, παιδί μου. Ἐμεῖς γιὰ σᾶς
κοπιάζομε. Φροντίστε νὰ μάθετε γράμματα,
4

