Page 89 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 89
Ἄλλη μιὰ ἡμέρα ὁ Χρόνης ἔφερε τὰ παπούτσια
του καὶ τὰ ἐμπάλωσε ὁ μπάρμπαΣταμάτης.
Αὐτὸς εἶναι ἕνα συμπαθητικὸ γεροντάκι,
ποὺ τὸν ἀγαποῦσαν ὅλοι στὸ χωριό.
Ἡ δουλειά του ἧταν νὰ διορθώνῃ παπούτσια.
Γιὰ μαγαζάκι εἶχε τὸ ἄνοιγμα μιᾶς πόρτας.
Αὐτὸ ἴσια - ἴσια μονάχα τὸν ἴδιο ἐχωροῦσε. Εἶχε
καὶ ἕνα τραπεζάκι γεμᾶτο ἐργαλεῖα: Σφυριά,
βελόνες, φαλτσέτες, καρφιά, ὅ,τι ἐχρειαζόταν
γιὰ τὴ δουλειά του.
Πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο εἶχε καλὸ
ὑποδηματοποιεῖο Ἔκανε ἀρκετὴ δουλειά. Μὰ
ὅταν ἦλθαν οἱ ἐχθροί, δὲν τοῦ ἄφησαν τίποτε.
Καὶ ὅμως τὸ γεροντάκι δὲν ἔχασε τὸ θάρρος
του.
- Ἄς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός, ποὺ εὑρέθηκε
καὶ τούτη ἐδῶ ἡ τρυπίτσα καὶ βγάζω τὸ
ψωμάκι μου, ἔλεγε συχνά.
Ὅταν τὰ παιδιὰ ἐπερνοῦσαν γιὰ τὸ σχολεῖο,
ἐστέκονταν καὶ τὸν παρακολουθοῦσαν.
Σκυμμένος ἐπάνω στὸ τραπεζάκι του, ἐκάρφωνε
τακούνια, σόλες, ὅ,τι ἐτύχαινε. Ἄλλοτε ἔκανε
ὡραῖα καινούργια παπούτσια. Τώρα ὅμως

