Page 95 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 95

Ὁ  παπᾶς  φορεῖ  τὰ  ἱερὰ  ἄμφια  καὶ  βάζει

               «εὐλογητός».  Οἱ  ψάλτες  ψάλλουν.  Τὸ
               ἐκκλησίασμα κάνει τὸ σταυρό του.

                  Ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα, ὁ δάσκαλος ἀνέβηκε στὸ
               Δεσποτικὸ νὰ βγάλῃ λόγο. Ἡ φωνή του εἶναι
               βροντερή. Τὰ μάτια του σὰν νὰ πετοῦν φλόγες.

               Μιλεῖ γιὰ τὴν πατρίδα. Γιὰ τὸν πόλεμο, ποὺ
               ἔγινε τὸ 194Ο. Σ’ αὐτὸν εἶχε πολεμήσει καὶ ὁ

               ἴδιος.
                  Μιλεῖ  γιὰ  τοὺς  ἐχθρούς  μας,  ποὺ  ἦλθαν
               νὰ  μᾶς  πολεμήσουν.  Νὰ  ὑποδουλώσουν  τὴν

               πατρίδα μας. Νὰ ἁρπάξουν τὰ χωριά μας καὶ
               τὶς πολιτεῖές μας, τὶς θάλασσες καὶ τὰ νησιά

               μας. Σὰν ἕνας ἄνθρωπος τότε ἐσηκωθήκαμε
               ὅλοι οἱ ῞Ελληνες. Στὸν πόλεμο αὐτὸν ὁ κόσμος
               ὅλος  μᾶς  ἐθαύμασε.  Ἄς  ἦταν  οἱ  ἐχθροί  μας

               πολλοί. Ἑμεῖς τοὺς ἐνικήσαμε. Τοὺς ἐνικήσαμε
               ὅπου καὶ ἂν ἐπολεμήσαμε: Στὴ στεριά, στὸν

               ἀέρα, στὴ θάλασσα.
                    Μαζὶ  μὲ  τοὺς  ἄλλους,  ποὺ  ἦταν  στὴν
               ἐκκλησία,  ἦταν  καὶ  ἕνας  τραυματίας.  Ὁ

               καημένος  εἶχε  χάσει  τὸ  χέρι  του  γιὰ  τὴν





                   2
   90   91   92   93   94   95   96   97   98   99   100