Page 100 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 100
Καὶ ὁ πατέρας μου, καθὼς μοῦ ἔλεγε, ἔτσι τὸν
ἤξερε. Λογάριασε λοιπὸν πόσο παλιὸς εἶναι.
Ἡ ἐλιὰ εἶναι δένδρο, ποὺ ζῇ πολλὰ χρόνια,
μακρόζωο.
- Πότε θὰ ὡριμάσουν, γιαγιά, οἱ ἐλιὲς νὰ τὶς
μαζέψωμε;
- Μὲ κανένα μῆνα, Ξανθούλα, θὰ εἶναι
ἕτοιμες.
51. Ὅταν ἀρχισε τὸ μἆζεμμα.
Μετὰ ἕνα μῆνα ἐγέμισεν ὁ ἐλαιῶνας ἀπὸ
κόσμο. Ὅλοι ἦλθαν νὰ μαζέψουν τὸ βιό τους.
Τὰ παιδάκια μὲ κοφίνια στὸν ὦμο καὶ μὲ
σακκοῦλες κατέβαιναν τραγουδῶντας νὰ
βοηθήσουν. Ἠ Ξανθούλα ἦλθε μὲ τὸν ἀδελφό
της τὸ Ρήγα. Ἡ γιαγιὰ μὲ τὸν πατέρα εἶχαν
κατεβῆ πιὸ ἐνωρίς. Μαζί τους ἦταν καὶ δυὸ
ἐργάτριες.
Ὁ πατέρας εἶχε μαζί του καὶ μιὰ σκάλα
ψηλή. Μερικὰ δένδρα ἧταν δύσκολα στὸ
ἀνέβασμα, γιὰ τοῦτο ἔφερε τὴ σκάλα. Ὁ Ρήγας
ἐσκαρφάλωνε καὶ ἐγέμιζε τὸ σακκουλάκι ἀπὸ
τὰ πιὸ ψηλὰ κλωνάρια. Ἡ γιαγιὰ ἐμάζευε

