Page 101 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 101

ὅσες ἐλιὲς ἧσαν στὰ χαμηλὰ κλωνάρια καὶ τὶς
               ἔφθανε. Ἡ Ξανθούλα ἐμάζευε αὐτές, ποὺ ἦταν

               στὴ γῆ πεσμένες. Καὶ ἐνῷ ἐμάζευε, ἔλεγε:
                  - Τόσος καρπός, ἀδύνατο νὰ μαζευθῇ.

                  -  Τὸ  μάτι  δειλό,  μὰ  τὸ  χέρι  τολμηρό,  τῆς
               ἀποκρίθηκε  ἡ  γιαγιά.  Καταλαβαίνεις  τί  θὰ
               ᾽πῇ αὐτό, Ξανθούλα;

                  Ἡ Ξανθούλα δὲν τὸ εἶχε καταλάβει καὶ ἡ
               γιαγιὰ τῆς τὸ ἐξήγησε.

                  - Τὸ μάτι μας βλέπει, κορίτσι μου, πολλὲς
               φορὲς μιὰ ἐργασία καὶ τὴ θεωρεῖ πολὺ δύσκολη.
               Φοβᾶται λοιπὸν καὶ δειλιάζει, πὼς ἡ ἐργασία

               δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ. Ὄταν ὅμως καταπιασθῇ
               τὸ χέρι, ποὺ εἶναι τολμηρό, ἡ ἐργασία λίγο -

               λίγο τελειώνει.
                  ῾Η Ξανθούλα ἐκατάλαβε τότε καὶ εἶπε:
                  -  Αὐτὸ  παθαίνω  ἐγώ,  γιαγιά,  μὲ  τὰ

               γραψίματα.  Πολλὲς  φορὲς  μοῦ  φαίνονται
               βουνό. Λέγω, πὼς δὲν θὰ τὰ τελειώσω ποτέ.

               Ὅταν ὅμως ἀρχίσω νὰ γράφω, σιγὰ - σιγὰ τὰ
               τελειώνω δίχως νὰ τὸ καταλάβω. Μοῦ ἄρεσε,
               γιαγιά, αὐτὸ ποὺ μοῦ εἶπες.

                  Καὶ ἡ Ξανθούλα τὸ ἐπανέλαβε:
   96   97   98   99   100   101   102   103   104   105   106