- Τὸ μάτι δειλό, μὰ τὸ χέρι τολμηρο. 52. Ἡ ἐλιὰ. Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία, δὲν μοῦ ἀπολείπουν οἱ καρποί, ὣς τὰ βαθιά μου γηρατεῖα δὲν βρίσκω στὴ δουλειὰ ντροπή. Μ’ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη, κι εἶμαι γεμάτη προκοπή. Εἶμαι ἡ ἐλιὰ ἡ τιμημένη.