Page 10 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 10

Ὁ Θανασάκης ἐξυπνᾷ. Βλέπει τὴν μητερούλα
            του  καὶ  χαμογελᾷ.  Ἔπειτα  σηκώνεται  καὶ

            ἑτοιμάζεται.
               Σὲ  λίγο  εὑρίσκετᾳι  ἐμπρὸς  στὸεἰκόνισμα.

            Κάνει τὴν προσευχή του:
               -  Παναγία  μου.  Βοήθησέ  με  νὰ  πηγαίνω
            στὸ  σχολεῖο.  Φώτισε  τὸν  νοῦ  μου  νὰ  μάθω

            γράμματα. Χάρισέ μου ὑγεία. Φύλαξε γεροὺς
            τοὺς γονεῖς μου καὶ ὅλον τὸν κόσμο.

               Προτοῦ ξεκινήσουν, ἡ μητέρα τὸν προσέχει
            καλά. Τὸν παρατηρεῖ ἀπ’ ἐπάνω ἕως κάτω.
               Βλέπει  τὰ  μαλλάκια  του  τὰ  κτενισμένα.

            Τὸ  πρόσωπό  του  νὰ  λάμπῃ  κατακάθαρο.  Τί
            ὄμορφος  ποὺ  εἶναι  τώρα  ὁ  Θανασάκης  της!

            Τώρα ποὺ θὰ πηγαίνῃ στὸ σχολεῖο!
               Στὸ  δρόμο  ἀνταμώνουν  καὶ  ἄλλα  παιδιά.
            Ὅλα εἶναι χαρούμενα. Ἡ μητέρα καμαρώνει,

            ποὺ ὁ γυιός της εἶναι στἡ δευτέρα τάξι.
               - Πότε κιόλας ἐμεγάλωσε; Λέγει μόνη της!

               Ὅταν ἔφθασαν στὸ σχολεῖο, ἐζήτησαν τὁν
            δάσκαλο. ᾽Εκεῖνος ἐβγῆκε καὶ ἐφώναξε:
               -  Ὅρίστε  μέσα,  κυρία  ᾽Αμαλία.  ᾽Εφέρατε

            τὸν  Θανασάκη  σας;  Πέρυσι  ἔμεινα  πολὺ
   5   6   7   8   9   10   11   12   13   14   15