Page 166 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 166
Ἡ Δαφνούλα καὶ ὁ Κωστάκης ἐρώτησαν
τὴν μητέρα τους γιὰ τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἐκείνη
τοὺς εἶπε :
- Σήμερα, παιδιά μου, ἡ ἡμέρα εἶναι πολὺ
λυπητερή. Σὰν σήμερα ἐσταυρώθηκεν ὁ
Χριστός μας. Τὸ μεσημέρι θὰ πᾶμε στὴν
ἐκκλησία νὰ προσκυνήσωμε τὸν Ἐσταυρωμένο
καὶ τὸν Ἐπιτάφιο. Ἐλᾶτε τώρα μαζί μου κάτω
στὸ περιβόλι.
Σὲ λίγο, καθισμένη μὲ τὰ παιδιά της ἡ
μητέρα στὴ ρίζα μιᾶς ἀμυγδαλιᾶς, τοὺς ἔλεγε
πῶς ἐπρόδωσε τὸν Χριστὸ ὁ Ἰούδας. Ὕστερα
τοὺς διηγήθηκε καὶ πῶς τὸν ἔπιασαν, τὸν
ἐδίκασαν καὶ τὸν ἐσταύρωσαν.
Ὅταν ἔλεγεν αὐτὰ ἡ μητέρα, τὰ μάτια της
ἦσαν δακρυσμένα. Ἡ καμπάνα ἐκτυποῦσε
πένθιμα. Τὰ παιδάκια ἄκουαν τὴν μητέρα καὶ
ἦταν πολὺ λυπημένα.
Ἕνα δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια τῆς μητέρας ἔπεσε
στὴ ρίζα τῆς ἀμυγδαλιᾶς. Ἦταν καυτερὸ ἐκεῖνο
τὸ δάκρυ. Ἡ ἀμυγδαλιὰ τὸ ἔνοιωσε. Ἐκούνησε
τὰ φύλλα καὶ εἶπε:
- Ἄχ! τί κρῖμα, ποὺ εἶχα ἀνθίσει ἐνωρὶς καὶ
1 3

