Page 223 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 223
ἐμύριζε θυμάρια, μέντα καὶ ρίγανη;
Ὁ ἀρχηγὸς ἐδέχθηκε τὰ παιδιὰ μὲ χαρά.
Ἔπειτα τοὺς ἔδειξε τὶς σκηνές, ποὺ θὰ ἔμεναν,
καὶ τὸ κρεβάτι, ποὺ θὰ ἐκοιμόταν τὸ καθένα.
Ἄλλοι βαθμοφόροι τοὺς ἔδειξαν ποῦ θὰ κρεμοῦν
τὶς πετσέτες, ὅταν θὰ νίβωνται, καὶ ποῦ θὰ
βάζουν ἕνα - ἕνα τὰ πράγματά τους.
Ὕστερα τὰ παιδιὰ ἐγύρισαν καὶ ἐκοίταζαν
τὰ γῦρο μέρη. Τί μεγάλα πεῦκα! Τί λεῦκες
φουντωτές! Τί βαλανιδιές! Καὶ γῦρο - γῦρο
ἐβοσκοῦσαν κοπάδια.
- Ἐγώ, Παντελῆ, ὅλο ἐδῶ σὲ τοῦτο τὸ πεῦκο
θὰ ἔρχωμαι νὰ κάθωμαι. Ἀπ’ ἐδῶ φαίνονται
βουνὰ καὶ κάμποι, εἶπεν ὁ Δημητράκης.
- Ἀπὸ πιὸ ἐπάνω φαίνεται καὶ ἡ θάλασσα,
παρετήρησεν ἕνα ἄλλο παιδί, ὁ Νῖκος.
Κάτι μικροὶ ἄρχισαν νὰ μαζεύουν κου-
κουνάρια. Ἕνας ἄλλος μεγαλύτερος
κατασκηνωτής, ὁ Θεοφάνης, ἐκοίταζε κάτι
πουλάκια. Ἦσαν ὁλόμαυρα καὶ εἶχαν τὴν μύτη
καὶ τὰ πόδια τους κίτρινα. Δὲν ἤξερε τί πουλιὰ
ἦσαν.
- Εἶναι κοτσύφια, τοῦ εἶπεν ὁ ὁμαδάρχης.
220

