Page 45 - ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ-Β-1963
P. 45
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἡ γιαγιὰ κατέβηκε μὲ
τὸν Γιωργάκη στὴν αὐλή. Ἐκρατοῦσε κι ἕνα
σακκουλάκι.
- Τί ἔχει μέσα, γιαγιά;
- Ψίχουλα καὶ σπόρους, παιδί μου. Εἶναι
τροφὴ γιὰ τὶς ὄρνιθες.
Ἐκεῖνες, σὰν εἶδαν τὴν γιαγιά, ἧλθαν καὶ
ἐμπερδεύτηκαν στὰ πόδια της. Κάκακα!
κάκακα! ἔκαναν χαρούμενες. Σὰν νἀ ἔλεγαν:
- Ἦλθεν ἡ καλή μας ἡ γιαγιὰ μὲ τὸ
σακκουλάκι. Τί χαρά! Τί χαρά!
Ὁ πετεινὸς ἐπλησίασε κι ἐτίναξε τὰ φτερά.
Ὕστερα ἐλάλησε:
- Κικιρίκου - ου - ου ! Καλημέρα, γιαγιά.
Αὐτὸ ἐφανέρωνεν ἐκεῖνο τὸ λάλημα.
- Κοίτα, Γιωργάκη! ἔδειξεν ἡ γιαγιά. Δές,
παιδί μου, πόσα χρώματα! Καμάρωσε τὰ
ὄμορφα πουλιά! Κοίτα τὸν ὡραῖο πετεινό!
Ἄνοιξε τώρα τὸ σακκουλάκι καὶ ρίξε τους.
Ἔτσι θὰ σὲ ἀγαπήσουν καὶ θὰ γίνετε φίλοι.
Τόκ! τόκ! τόκ! ἀκούεται τώρα τὸ τσίμπημα.
Εἴκοσι ὄρνιθες σκύβουν καὶ τσιμποῦν.
Χοροπηδοῦν ὁλόγυρα στὴ γιαγιὰ καὶ στὸ
42

